πατέρα φωνάζω
τι γυρεύεις εκεί πάνω θα πέσεις
ξαπλωμένος ψηλά απ’ το κρεβάτι στο κενό
με μάτια άκλειστα κοιτώντας το ταβάνι
και τα χέρια να ψάχνουν τις τσέπες του
μη φοβάσαι μου λέει
και τι να κάμω
πια φόρτωμα οι μέρες μου βαρέθηκα
κατάπιε τη μιλιά του σκυθρωπός
μα ξαφνικά η όψη του φωτίζεται
κι όπως τότε που ήμουν παιδί
μη με χασομεράς
με μαλώνει τρυφερά
δεν έχω τώρα καιρό
σώπασε κι εξακολούθησε ατάραχος
να ψαχουλεύει επίμονα τις τσέπες του
ώσπου θολωμένος
με άδραξε απ’ το μπράτσο
γιε μου μού σώθηκαν όλα
μήπως σου βρίσκονται κέρματα για τα διόδια
ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ
(1959- )
Από τη συλλογή
Στιγμιότυπα του σώματος
Εκδόσεις Μεταίχμιο